Ήταν κρύα και ψυχρή η φυλακή της. Το ήξερε πως ήρθε το τέλος της. Μαζί και το τέλος της ευημερίας στη χώρα. Ο Κάσπιος θα κυριαρχήσει με σύμμαχό του το σκοτάδι. Οι ανθρωποι θα γίνουν σκλάβοι του. Θα περάσουν χρόνια μέχρι τη λύτρωση. Αν ποτέ αυτή έρθει…
Η Ναυσικά κοίταξε το κουρελιασμένο φόρεμα της που ήταν κάποτε σκούρο μπλε. Κοίταξε τα κοκαλιάρικα πόδια της.
Ο Θάνατος πλησίαζε. Τον έβλεπε να έρχεται με αργά, αλλά μεγάλα βήματα. Παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι τον φοβούνταν, ήταν ωραίος. Της χαμογελούσε. Του χαμογέλασε κι αυτή.
Οι επιθανάτιες παραισθήσεις έφυγαν για λίγο από το μυαλό της. Τη θέση τους πήραν σκηνές από την τελευταία της μάχη με τον Κάσπιο. Την τελευταία της χαμένη μάχη, που θα της κοστίσει τη ζωή της. Και όχι μόνο τη δική της.
Το δαχτυλίδι με την μπλε πέτρα γυάλιζε στο φως. Ο ακατονόμαστος δεν μπορούσε να τα πάρει όσο ήταν ακόμα ζωντανή. Όχι για πολύ δηλαδή…
Η Ναυσικά όλα τα 300 χρόνια της ζωής της είχε αιχμαλωτιστεί τρεις φορές από ανόητους που νόμιζαν ότι μπορούσαν να την πιάσουν. Το χειρότερο ήταν πως ο τελευταίος ανόητος τα κατάφερε. Οι δύο κράτησαν λιγότερο από 10 λεπτά. Η τρίτη όμως… Μετρούσε είκοσι ολόκληρες μέρες. Είχε εξασθενίσει πια… Δεν άντεχε χωρίς νερο. Οι καρποί της είχαν πρηστεί από τις σιδερένιες αλυσίδες που ήταν καρφωμένες στον τοίχο. Εκείνος ο βλάκας ο Κάσπιος είχε πάρει όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην μπορεί να κάνει μάγια.
Ήταν η τελευταία. Όλοι οι άλλοι είχαν εξοντωθεί με παρόμοιο τρόπο. Ο Πύρος, το Στοιχείο της φωτιάς, η Ήβη, το Στοιχείο της γης και ο Αντίνοος, ο το Στοιχείο του αέρα.
Όλοι ήταν φίλοι της. Καβγάδιζαν, αλλά ήταν η καλύτερη παρέα. Θυμάται εκείνες τις τρελές καλοκαιρινές βραδιές που μαζεύονταν όλοι και περνούσαν υπέροχα. Κι όμως, πέρασαν για πάντα… Αφού έσπειρε τη διχόνοια ανάμεσά τους o Κάσπιος με τρόπους που δεν ήθελε να θυμάται, τους παγίδευσε.
Ξαφνικά ακούει φτερουγίσματα. Ένα άσπρο πουλί τρυπώνει στο κλουβί της και της παίρνει το δαχτυλίδι. Του χαμογελάει. Τώρα μπορεί να ξεκουραστεί… Για πάντα…
«Αντίο…» ψιθυρίζει με την τελευταία της πνοή. «…αντίο». Τότε, νιώθει το Θάνατο να την τραβά από το χέρι, νιώθει να απογειώνεται, κι ύστερα…
Ύστερα τίποτα.
